Latin music logolatin music
editorialΒιογραφικόΝέαΜουσικήΠρόσωπαΙστορίαmediaPhoto GalleryForum
Ημερομηνία: 27/4/2017
latinmusic category
GOZA PEPILLO
Τίτλος: INTERACTIVO
Καλλιτέχνης: GOZA PEPILLO
Χώρα: ΚΟΥΒΑ
Χρονιά: 2005
Είδος: Σύγχρονη Κουβανέζικη μουσική
Βαθμολογία: 4

 Στο διάβα της τελευταίας δεκαετίας, μια νέα γενιά Κουβανών μουσικών έχει αναδυθεί για να εκφραστεί, στην αρχή δειλά δειλά και τώρα πιά, με βήμα εφόδου, χρησιμοποιώντας μια εντελώς καινούρια μουσική γλώσσα, σε μια χώρα που όσο ισχυρή και βαθιά ριζωμένη στο συλλογικό υποσυνείδητο παραμένει η παράδοση σ’ όλες της τις εκφάνσεις, άλλο τόσο η πρωτοπορία πάντοτε αποτέλεσε μια εναλλακτική «παράδοση» που οι Κουβανοί καλλιέργησαν με υποδειγματική συνέπεια.

  Η περι ου ο λόγος νέα γενιά φύτρωσε κι άνθισε στο γόνιμο χώμα ενός έτσι κι αλλιώς πολύ εξελιγμένου μουσικού περιβάλλοντος : Απο τη μία το πλουσιότατο και ιδιαίτερα επηρρεαστικό στην διαμόρφωση της παγκόσμιας μουσικής παρελθόν της Κούβας, απ’ την άλλη η μηχανή κρατικής εκπαίδευσης που στήθηκε απο το κομμουνιστικό καθεστώς κι άρχισε αμέσως να παράγει αφειδώς μουσικούς με πολύ υψηλό τεχνικό επίπεδο – κάπως έτσι η Κούβα βρέθηκε κάτοχος ενός σπουδαίου ανθρώπινου καλλιτεχνικού δυναμικού που, καθώς ο πρότερος ασφυκτικός έλεγχος του καθεστώτος στο σύνολο της καλλιτεχνικής δημιουργίας άρχισε σταδιακά ν΄ατονεί απο την δεκαετία του 80 κι ύστερα (για να περιοριστεί, ως σήμερα, στην στιχουργική λογοκρισία),  άρχισε ν’ αναζητά τρόπους διοχέτευσης του πλεονάζοντος ταλέντου και της υψηλής τεχνογνωσίας σε στύλ και ιδέες που νομοτελειακά θα ξεπερνούσαν και ως ένα βαθμό θα καταργούσαν τις προγενέστερες παραδοσιακές φόρμες. Παράλληλα, η επιστροφή της κουβανέζικης μουσικής στην διεθνή δισκογραφική αγορά, ύστερα απο 30 χρόνια απουσίας, μέσω της άδειας που απ΄τις αρχές της δεκαετίας του 90 δόθηκε σε ξένες εταιρείες για να ηχογραφήσουν ντόπιες μπάντες (πληρώνοντας, φυσικά, αδρά το κουβανικό κράτος), έφερε ξαφνικά τους νεότερους Κουβανούς μουσικούς αφ΄ενός σ΄επαφή με το παγκόσμιο ακροατήριο (μετά απο δεκαετίες κατα τίς οποίες μοναδικό τους target group υπήρξε το κοινό της χώρας τους), αφ΄ετέρου σ΄επαφή με τα τεκταινόμενα στην παγκόσμια μουσική κι επαγωγικώς, με μια σειρά απο νέες ευκαιρίες αλλά και καινοφανείς ανάγκες και ζητούμενα.

  Εξαιρώντας το φαινόμενο του Buena Vista Social Club που, παρά τήν απίστευτη επιτυχία του, δέν απηχεί σε καμμία περίπτωση εσωτερικές διεργασίες της σύγχρονης κουβανέζικης μουσικής,  οι δημιουργοί του νησιού βίωσαν αυτή την σχεδόν βίαια μετάβαση απ΄την πλήρη απομόνωση στο επίκεντρο του παγκόσμιου ενδιαφέροντος με τον αναμενόμενα αντιφατικό τρόπο: Η εκκίνηση της salsa cubana, που αργότερα ονομάστηκε timba, έδειξε ακριβώς την ευκολία της κουβανέζικης μουσικής στην εξέλιξη και την αλλαγή, μα συγχρόνως φανέρωσε τρανά πώς ένα εγγενές πρόβλημα της κουβανέζικης προσέγγισης προς τη μουσική γενικότερα υπήρξε πάντα η συχνή κυριαρχία της φόρμας πάνω στο περιεχόμενο. Μ΄άλλα λόγια, η μουσική στην Κούβα (σ΄όλη την ιστορία της, αλλά στην σύγχρονη εποχή έτι περισσότερο) απο μια ορισμένη οπτική γωνία φαίνεται σα να γεννάει διαρκώς καινούρια στύλ (κι αυτό είναι μια άκρως αξιέπαινη μοναδικότητα του νησιού), αλλά τις περισσότερες φορές η εγκαθίδρυση ενός νέου στύλ στην κεφαλή της ντόπιας μουσικής να σταματάει, απο εκεί και πέρα,  την όποια δημιουργική εξέλιξη του και να το αναλώνει σε μια μαζική αναπαραγωγή της συνταγής με τις προσθήκες, στο εξής, να συνίστανται περισσότερο σε «κόλπα» παρά «ιδέες». Συχνά, μάλιστα, οι Κουβανοί μουσικοί δείχνουν καλυμμένοι απο το γεγονός πώς οι ίδιοι (ή η ορχήστρα τους) παίζουν αυτό που θεωρείται κατα καιρούς «νέα μουσική» ή «νέα μόδα», χωρίς να αναρωτιούνται πώς θα διαχειριστούν κατόπιν τον όποιο νεωτερισμό, δικαιολογώντας, έτσι, την ανωτέρω παρατήρηση περί κυριαρχίας της φόρμας (νέου στύλ) πάνω στο περιεχόμενο (περαιτέρω δημιουργία μέσα απο το στύλ).  Ακόμα, η υπερ-ανάπτυξη των τεχνικών δυνατοτήτων, που το κουβανικό σύστημα εκπαίδευσης καλλιεργεί και ενθαρρύνει, κάποτε αποβαίνει εναντίον της αυθόρμητης δημιουργικότητας καθώς ο καλλιτέχνης εισέρχεται στον μουσικό στίβο με την άποψη πώς η πολυπλοκότητα και η τεχνική δυσκολία είναι, πιθανώς, πιο σημαντικά αιτούμενα απο την προσωπική έκφραση και από απλά (και για μερικούς τέτοιους μουσικούς, ντεμοντέ) πράγματα όπως η μελωδία, η αισθητική, το συναισθηματικό έρμα και η γνήσια απόλαυση.

Ωστόσο, δεδομένων και υπαρκτών των παραπάνω προβλημάτων, η απόλυτη τεχνική επάρκεια συνεπάγεται ένα σπουδαίο καλό: Ο μουσικός δέν γνωρίζει εκτελεστικούς περιορισμούς – με άλλα λόγια, μπορεί να παίξει τα πάντα, που σημαίνει πώς είναι σε θέση να αντιμετωπίσει (και να εντάξει στη μουσική του) την jazz, την κλασική μουσική, τίς πιο περίπλοκες ρυθμικές φόρμες και τίς πλέον απαιτητικές ενορχηστρώσεις χωρίς κανένα πρόβλημα. Αρα, έχει την εργαλειοθήκη του πλήρη κι απομένει να σκεφτεί τί διάολο να φτιάξει. Η γενιά της timba της δεκαετίας του 90 διατύπωσε καθαρά την πρόταση της εισδοχής στοιχείων απο τη σύγχρονη μαύρη αμερικάνικη μουσική (κυρίως το hip hop και το funk) στο πλαίσιο της χορευτικής κουβανέζικης μουσικής κι αυτό λειτούργησε απελευθερωτικά για κάποια χρόνια, όσο η timba μουσικά εξελισσόταν, γρήγορα όμως (μέσα σε 7-8 χρόνια), το δημιουργικό αδιέξοδο κατέδειξε πώς εκείνος ο δρόμος είχε δύο βασικότατους περιορισμούς : Πρώτον, πώς απευθυνόταν αποκλειστικά σε (Κουβανούς και ξένους) χορευτές, κατά συνέπεια σ΄ένα κοινό που δέν ενδιαφερόταν ΠΑΡΑ ΜΟΝΟ για την φόρμα (δηλαδή, την αποτελεσματικότητα του στύλ σε μια αυστηρά περιχαρακωμένη λειτουργία). Δεύτερον, πώς οι τεχνικώς ικανότατοι μουσικοί (και δημιουργοί) της timba δέν διέθεταν την προσωπικότητα και το απαραίτητο ταλέντο για κάτι παραπάνω απο μια χορευτική μουσική που, με τον καιρό, εκφυλίστηκε σ΄ένα φασαριόζικο, εύληπτο και υπεραπλουστευμένο concept για τις ανάγκες εκτόνωσης των Κουβανών πιτσιρικάδων και, σε δεύτερο αλλά καθόλου αμελητέο εμπορικώς επίπεδο, τις τροπικές φαντασιώσεις των Ευρωπαίων τουριστών, οι οποίοι (λόγω αγοραστικής ικανότητας) μεταβλήθηκαν στους πλέον γαλαντόμους πελάτες-καταναλωτές αυτής της μουσικής.

 Ταυτόχρονα όμως με την μαζικοποίηση της παραγωγής της timba ως «εθνικού μουσικού προϊόντος», μια χούφτα δημιουργών της Κούβας διάλεξε αθόρυβα έναν εναλλακτικό δρόμο πορείας, αντιλαμβανόμενη την (επιτέλους!) επιτρεπόμενη ανοιχτή αφομοίωση «αμερικανισμών» κι έτερων διεθνών επιρροών στην κουβανέζικη μουσική (κάτι που στις πρώτες δεκαετίες της Επανάστασης απαγορευόταν αυστηρώς και δια σοσιαλιστικού ροπάλου) όχι σαν τρόπο προσαρμογής της ήδη υπάρχουσας κουβανέζικης μουσικής στα παγκόσμια γούστα, μα σαν ευκαιρία για την πλήρη αποδιάρθρωση και κατόπιν, ανασύνθεση όσων ξέρουμε σαν «μουσική της Κούβας» σε μια εντελώς νέα μορφή, με απρόβλεπτη κατάληξη τόσο ως προς τη φόρμα όσο κι ως προς το περιεχόμενο. Καταλύτης αυτής της εκρηκτικής αντίδρασης φρονώ πώς ήταν  το ντουέτο Gema y Pavel, που απο τις αρχές της δεκαετίας του 90 πρώτοι διαμόρφωσαν αυτόν τον ανοιχτό στα πάντα ακουστικό ήχο ο οποίος, χωρίς να φέρει κάποιον τίτλο ή προσδιορισμό ως στύλ, συγκέντρωνε, επεξεργαζόταν κι εξαπέλυε προς τους έκπληκτους ακροατές μια συνταγή όπου το son, το bolero κι η rumba συνυπήρχαν εντελώς δημιουργικά με την jazz, την σύγχρονη βραζιλιάνικη μουσική, την soul, την pop, την μπαλάντα ή το funk, ενώ στην σύνθεση των οργάνων μπαινόβγαιναν με προηγουμένως αδιανόητη άνεση οι congas, τα βιολιά, τα ντράμς, το κουβανέζικο tres, οι ηλεκτρικές κιθάρες, ίσως ένα όμποε μ΄ένα τσέλο, ενδεχομένως ένα hammond μαζί με τα τελετουργικά τύμπανα bata – αρκεί να τα έκριναν οι δημιουργοί χρήσιμα στον εν εξελίξει ήχο.

  Για κάποια χρόνια, οι Gema y Pavel τραβούσαν πρακτικά μόνοι προς αυτόν τον αχαρτογράφητο δρόμο. Στα μέσα της περασμένης δεκαετίας έφυγαν απ΄την Κούβα κι εγκαταστάθηκαν στην Ισπανία, όπου συνέχισαν στο ίδιο απείρως δημιουργικό μοτίβο, έχοντας όμως αφήσει, όπως αποδείχθηκε, σπόρους στο τροπικό νησί απ΄τους οποίους δέν άργησαν να φανούν οι επίγονοι. Πιο ηχηρή εκπρόσωπος της επόμενης φάσης αναδείχθηκε η πολυτάλαντη μουσικός, συνθέτις και τραγουδίστρια Yusa κι όσο κι αν οι δισκογραφικές εταιρείες, κουβανέζικες και ξένες, ήταν κι είναι απρόθυμες να σιγοντάρουν την αναδυόμενη σκηνή που τοποθετεί εαυτόν έξω απο κάθε γνωστή μουσική κατηγορία, το CD του μήνα τούτου καταφθάνει για να ξεκαθαρίσει πώς πίσω απο αυτή την ελάχιστα ηχογραφημένη και άκρως σημαντική μουσική κίνηση υπάρχει δύναμη, ταλέντο, άποψη και σαφής υπόσταση.

  Το άρτι αφιχθέν CD Interactivo, λοιπόν, καταχωρίζεται στο όνομα των Goza Pepillo (που σημαίνει κάτι σαν «δώσ’τα όλα, μικρέ» ή «βρές την, πιτσιρικά»), όμως κάτω απ΄το (αρκούντως συμβολικό) όνομα του γκρούπ κρύβονται οι βασικές κινητήριες δυνάμεις αυτής της ακόμα ανώνυμης κατάστασης : Η ίδια η Yusa, συν τους Francis del Rio, Telmarys Diaz, William Vivanco, o σημαντικός jazz τρομπετίστας Julio Padron και, ως κεφαλή των πάντων, ο πιανίστας Roberto Carcasses, διόλου τυχαία γιός του σπουδαίου τραγουδιστή-νεωτεριστή της κουβανέζικης jazz Bobby Carcasses. Μ΄αυτό το πλήρωμα εν πλώ, το “Interactivo” μπαρκάρει πια προς τελείως άγνωστες θάλασσες για τη μουσική της Κούβας, καθώς η κεντρική του ιδέα έχει κάπως ως εξής: Η νέα κουβανέζικη μουσική δέν είναι, εν τέλει, απαραίτητο να μοιάζει με κουβανέζικη μουσική. Ως εκ τούτου, το “Interactivo” λύνει τον γόρδιο δεσμό της φόρμας καταργώντας την (εμφανή τουλάχιστον) σύνδεση με τα γνωστά μουσικά είδη της Κούβας κι εμφανίζοντας στη θέση της ένα μόρφωμα που παλινδρομεί διαρκώς ανάμεσα στην σύγχρονη pop και τo soul-funk, φλερτάροντας στη διαδρομή με την jazz, το rock, τη reggae και το hip hop κι υποννοώντας μόνο το κουβανέζικο υπέδαφος, μέσα απο διάσπαρτες νύξεις rumba, cha cha cha και timba. Καθόλου τυχαία, λοιπόν, για ένα CD με τις παραπάνω προθέσεις, ως κυρίαρχα όργανα αυτής της μουσικής πρότασης περνούν στο προσκήνιο η ηλεκτρική κιθάρα, το ηλεκτρικό πιάνο Fender Rhodes και τα ντράμς, ενώ η αρμονική προσέγγιση και οι περιεχόμενοι αυτοσχεδιασμοί παραπέμπουν με ευθύ τρόπο στο αφρο-αγγλοσαξωνικό μουσικό κεκτημένο.  

  Ενα τέτοιο εγχείρημα (της «αντιποίησης μουσικής ταυτότητας», ίσως και «εκποίησης εθνικής κληρονομιάς», αναλόγως του αν το βλέπει κανείς απο την αγγλο-αμερικάνικη ή την κουβανέζικη οπτική γωνία) θα μπορούσε να καταλήξει σ΄ένα ανερμάτιστο συνοθύλευμα, μια στείρα κόπια ή ένα σκέτο κακέκτυπο, αν δέν συνέτρεχαν τρείς καθοριστικοί για το ευτυχές αποτέλεσμα λόγοι : α) η αφομοίωση της μαύρης αμερικάνικης μουσικής στην Κούβα είναι πολύ βαθύτερη απ΄όσο νομίζει κανείς κι οι απώτερες πολιτιστικές-φυλετικές συγγένειες δεν είναι διόλου άσχετες σ΄αυτό, β) οι Κουβανοί μουσικοί της νεώτερης γενιάς έχουν κατακτήσει πιά τέτοιο επίπεδο κατάρτισης (συχνά καλύτερο απο τους αμερικανούς συναδέλφους τους) που ό,τι δημιουργούν ενέχει πάντοτε υψηλό δείκτη μουσικής αρτιότητας και συχνά, ιδιαίτερα εξελιγμένες ιδέες κι εφαρμογές, γ) σε αυτή την περίπτωση, το κίνητρο είναι καθαρά καλλιτεχνικό (σε αντίθεση με πολλά απο τα τεκταινόμενα στη σύγχρονη κουβανέζικη μουσική) κι ως εκ τούτου, στο “Interactivo” επιχειρείται μια συγκροτημένη ολοκαίνουρια στυλιστική πρόταση και μάλιστα, τόσο ριζοσπαστική σε σχέση με τα ντόπια ειωθότα που ν΄αξίζει τον σεβασμό και το ενδιαφέρον μας ούτως ή άλλως.

 Κι αν όλα τα ανωτέρω αφορούν τίς σκέψεις και τίς προθέσεις, η ομάδα των Goza Pepillo κατορθώνει να τιθασσεύσει τις ροπές και τις δυσκολίες του εγχειρήματος στην πράξη με θαυμαστή αποτελεσματικότητα. Το “Interactivo” κυλάει αβίαστα και φυσικά στ΄αυτί, βρίθει ωραίων κομματιών και ευφυών ενορχηστρώσεων, ξεχειλίζει απο αισθητική κι ερμηνευτική πληρότητα, χαίρει μιας άψογης παραγωγής, διαθέτει εξαιρετικό ήχο, ακτινοβολεί ωριμότητα κι αυτοπεποίθηση και, με δύο λόγια, αμέσως πείθει. Παρ΄ότι παρόμοιο CD δέν έχει υπάρξει στο κουβανέζικο παρελθόν, οι Goza Pepillo μοιάζουν σα νά έπαιζαν αυτή τη μουσική σ΄όλη τους τη ζωή,  σε σημείο που ώρες ώρες αναρωτιέσαι μπάς και μεγάλωσαν ακούγοντας Stevie Wonder, George Benson, Defunkt κι acid jazz αντί για Beny More, Adalberto Alvarez ή Los Van Van (αν και, παρεμπιπτόντως, στους Van Van, όπως και στους Irakere του 70, βρίσκουμε τα πρώτα ίχνη funk στην καταγραμμένη κουβανέζικη ιστορία).  Αλλά η μεγάλη «μαγκιά» των Goza Pepillo (και των Κουβανών δια μέσου των αιώνων) είναι, βέβαια, η απίστευτη άνεση με την οποία μπορούν να «κουβανοποιήσουν» στο λεπτό κι εν τω άμα κάθε εξωτερική επιρροή, να την ράψουν στα μέτρα τους και όταν την φορέσουν, να ταιριάζει γάντι στο ποιοί είναι. Τό έκαναν παλιότερα με τη latin jazz κι έτσι έφτιαξαν τη μοναδική jazz «σχολή» με συγκεκριμένα εθνικά και πολιτιστικά χαρακτηριστικά. Το κάνουν τώρα μ΄αυτό το παράξενο funk-soul-jazz-rock και, παρ΄ότι η μουσική στολή τους έρχεται σχεδόν έτοιμη απ΄έξω, εν τούτοις συνεχίζουν ν΄ακούγονται σαν Κουβανοί, ακόμα κι όταν τολμούν (στην Κούβα!) να τραγουδούν στα αγγλικά, σε κομμάτια όπως τo soul-rumba διαμάντι “Wed Be Together” και το «βρώμικο» funk  No Money“. Τούτο το απολύτως θεμιτό και (ψυχικά και μουσικά) απαραίτητο διαφοροποιό στοιχείο μέσα στην θάλασσα του παγκόσμιου ήχου συμβαίνει γιατί η ύπαρξη πολύ ισχυρής ντόπιας σκηνής, συν τα χρόνια της απομόνωσης, συν την (σε μεγάλο βαθμό δικαιολογημένη) αυτοπεποίθηση με την οποία οι Κουβανοί μουσικοί αντιμετωπίζουν κάθε ζήτημα που άπτεται της τέχνης τους, έχουν δημιουργήσει μια απολύτως αναγνώσιμη «εθνική αισθητική», ανεξαρτήτως μουσικού είδους, που εξουδετερώνει τον κίνδυνο του χαμαιλεοντισμού και της αντιγραφής με την υποταγή ακόμα και εντελώς εισαγόμενων ιδιωμάτων σ΄έναν υπερ-στυλιστικό τρόπο έκφρασης ο οποίος είναι, συγχρόνως, γηγενής, πηγαίος και λίγο-πολύ ενιαίος. Αυτό φαίνεται απ΄τον τρόπο που ερμηνεύουν οι τραγουδιστές, που ενορχηστρώνουν οι ενορχηστρωτές, που γράφουν τις μελωδίες οι συνθέτες και που παίζουν τις μουσικές οι μουσικοί κι αν δέν είναι εύκολο να περιγράψουμε με λέξεις αυτή την φευγαλέα (πλήν σαφέστατη) έννοια της «κουβανικότητας» ως πασπαρτού για όλες τις μουσικές πόρτες, ας αρκεστούμε στην παρατήρηση πως υπόγεια, κάτω απ΄τίς στρώσεις του ηλεκτρικού ήχου και κάθε στοιχείου νοούμενου ως «μοντέρνου», κρύβεται πάντα το φορτίο που κουβαλάει εσαεί κάθε Κουβανός, όντας τέτοιος : Το clave, η πολυρυθμία, η αντιφωνία, η συγκοπή, η παράδοση του τραγουδιστή-τελετάρχη, η πρωτοκαθεδρία του κάθε λογής τυμπάνου, η εκρηκτική εξωστρέφεια, η παλιομοδίτικη εμμονή με τη μελωδία κι ακόμα, η ενσωματωμένη σχέση με τον ρυθμό και τη μουσική πολυπλοκότητα τραγουδιστών, μουσικών και συνθετών, που δέν έχει διόλου να κάνει με το funk αλλά με το αφρικάνικο παρελθόν κι έτι περισσότερο, την νεο-αφρικάνικη καθημερινότητα στη σύγχρονη Κούβα. Νομοτελειακά λοιπόν, κάθε απόπειρα προσέγγισης των Κουβανών σέ οποιοδήποτε τρέχον διεθνές ρεύμα φιλτράρεται όχι μέσα απο κάποιο κατασκευασμένο «εθνικώς ορθό» πρίσμα, μά μέσα απ΄την όλως ιδιαίτερη πραγματικότητα μιας όλως ιδιαίτερης χώρας, ήτις παραμένει ένα μέρος που η υψηλή κλασική παιδεία, η μανία με την jazz, η μποέμικη παράδοση και οι αρχαίες αφρικάνικες τελετές συχνά συνυπάρχουν στο ίδιο οικοδομικό τετράγωνο κι ακόμα συχνότερα, στην καρδιά, το μυαλό και το μουσικό οπλοστάσιο των ίδιων ανθρώπων.

Φυσικά, οι αντηχήσεις της κραταιάς εθνικής κουλτούρας στο σήμερα δέν φτάνουν απο μόνες τους για να παράγουν ένα άξιο έργο. Το project των Goza Pepillo είναι ένας εξαιρετικός (με την έννοια τόσο του πολύ καλού όσο και πολύ ασυνήθιστου) δίσκος βασικά επειδή εμπεριέχει το συμπυκνωμένο ταλέντο μιας κολεκτίβας που πιστεύω πώς οσονούπω πρόκειται να γράψει ιστορία. Πιο πολύ κι απ΄τα σόλο, τους ρυθμούς, τα απολαυστικά τραγούδια,  και τα εξουθενωτικά funky beats του “Interactivo”, φρονώ πώς η μεγαλύτερη αξία του έγκειται στο πόσο απρόβλεπτο, ανατρεπτικό και αντικομφορμιστικό είναι το περιεχόμενο του : Η κατακλείδα του CD (και, πιθανώς, η «πάσα» πρός το επόμενο ;) συνίσταται στις δύο μοναδικές διασκευές του, που μ΄έναν τρελό τρόπο απαρτίζονται απο μια απίστευτη funk βερσιόν του (ποιού νομίζετε;) “Tubular Bells” του Mike Oldfield, με σκληρές rock κιθάρες και μια τρομερή ενορχήστρωση εγχόρδων, κι απο μια επική επανεκτέλεση του “I Want You (Shes So Heavy)” των Beatles, που πηγαινοέρχεται διαρκώς από το jazz-funk στο hard rock χωρίς κανένα ενδοιασμό, κανένα περιορισμό και, τελικά, κανένα δυνατό προσδιορισμό.

Το “Interactivo” των Goza Pepillo είναι ένα CD μοναδικό. Αραγε παρακολουθούμε μια εκτυφλωτική αναλαμπή ή μήπως, ιστορία εν τη γεννέσει της;  Προσεχώς θα δείξει. Και προ πάντων, θα ακουστεί.

 
Πρόσφατα CD του Μήνα
JOE BATAAN - "THE ANTHOLOGY"
Αναλυτικά
ALFREDO DE LA FE & FRUKO - LA LLAVE DE ORO
Αναλυτικά

Γίνετε μέλος σήμερα!

Τελευταίες προσθήκες
1. Η Ιστορία της Μουσικής στην Κούβα, μέρος 1ο : από την Αποικία ως το Son.
διαβάστε το...
2. Στίχοι τραγουδιού : "COMO LA QUERIA" (Raul Marrero)
διαβάστε το...
3. Η latin εκπομπή επιστρέφει στον Kosmos 93.6!
διαβάστε το...
4. Carlos "Patato" Valdes, 1926-2007 : στη μνήμη ενός μεγάλου
διαβάστε το...
5. "Η Salsa ορχήστρα πρέπει να φτάνει τη μουσική σε οργασμικό επίπεδο" (JIMMY DELGADO)
διαβάστε το...
6. "Λοιπόν, Ας Μιλήσουμε Γιά Μουσική" : ένα άρθρο του Gabriel Garcia Marquez.
διαβάστε το...
7. Το CD player του latinmusic.gr : Καλοκαίρι 2007.
διαβάστε το...
8. "Αυλαία" γιά τον τραγουδιστή Tito Gomez.
διαβάστε το...
9. Λάτιν ιστορίες : Η ζωή εν barrio δια στόματος Frankie Vazquez.
διαβάστε το...
10. Στίχοι τραγουδιού : "AHORA ME DA PENA" (Henry Fiol)
διαβάστε το...
Το CD του μήνα
CD of the month
παρουσίαση

Latin chat now!

Φιλικά sites

world music
sofrito
rithmolatino
latin hellas
America Latina

Design & development Lollypop |::| © 2006 Basilio Stamatiou + Latin music & Latin culture
GR EN