Latin music logolatin music
editorialΒιογραφικόΝέαΜουσικήΠρόσωπαΙστορίαmediaPhoto GalleryForum
Ημερομηνία: 23/10/2017
latinmusic category

Σελίδα 1 από 2


LARRY HARLOW : Μια "salsa όπερα" που διαρκεί 40 χρόνια τώρα.

Εργα, ημέρες και νύχτες γεματες μουσική ενός "Judio Maravilloso"





Καστανός, κατάλευκος, τυπικός αστός και ορθόδοξος Εβραίος, ένας τύπος με το όνομα Lawrence Ira Kahn-Sherman δεν θα μπορούσε να απέχει περισσότερο απ΄την εικόνα που η salsa κι οι άνθρωποι της εξέπεμπαν στα υποβαθμισμένα γκέτο της δεκαετίας του 70. Κι όμως : φανταχτερά ντυμένος, μακρυμάλλης, εκστασιασμένος μπροστά σ΄ένα δονούμενο πιάνο και με τ΄ όνομα «Larry Harlow» στα εξώφυλλα μιας σειράς ιστορικών δίσκων, ο ίδιος άνθρωπος ήταν και είναι, απολύτως δικαιωματικά, ένας απο τους λίγους εκλεκτούς που μπορούν να επαίρονται πώς βοήθησαν να στηθεί εκ θεμελίων το μουσικό οικοδόμημα της salsa – ένα οικοδόμημα που, σαράντα χρόνια μετά, εξακολουθεί ν΄αποτελεί το μουσικοχορευτικό σπίτι εκατομμυρίων σαν κι εμάς.

Η περίπτωση του Harlow είναι, στ΄αλήθεια, μια (ακόμα) υπέροχη παραδοξότητα στον πολύχρωμο κόσμο της λαϊκής λατινοαμερικάνικης κουλτούρας και συγχρόνως, μια τυπική ιστορία βγαλμένη απο τον διαπολιτισμικό στρόβιλο της νεοϋορκέζικης εμπειρίας. Εκεί ακριβώς που τέμνονται οι δύο κόσμοι (υπό ορισμένη οπτική, ο Πρώτος με τον Τρίτο), ο Larry Harlow στέκει στο διηνεκές ως ο μοναδικός μή λατίνος μουσικός, που όχι μόνο καλλιέργησε με απόλυτη συνέπεια, ζηλευτή εγκυρότητα και σημαντική καλλιτεχνική συνεισφορά την αρχετυπική αφρο-κουβανέζικη έκφραση των τελευταίων πέντε δεκαετιών, αλλά αναγνωρίστηκε ως ηγετική μορφή κι αγαπήθηκε σφόδρα ως «δικός τους» απο τους ανθρώπους του μόνου κοινού στο οποίο ποτέ απευθύνθηκε : τις μάζες των απλών ισπανόφωνων της τροπικής Λατινικής Αμερικής, που απ΄τις χρυσές μέρες της παντοδυναμίας της salsa στην λατινοαμερικάνικη αγορά ως σήμερα κρατούν μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά τους για τον θρυλικό “Judio Maravilloso” – αυτόν τον, τω όντι, «Υπέροχο Εβραίο».

Η καριέρα του Larry Harlow, όμως, οφείλει να αξιολογηθεί δευτερευόντως μέσα απ΄το πρίσμα της εθνικής του ιδιαιτερότητας και κυρίως, μέσα απ΄το ίδιο του το πλούσιο έργο, το οποίο περιλαμβάνει ιστορικές ηχογραφήσεις, διαχρονικά σουξέ, ριζοσπαστικές καινοτομίες και, πάνω απ΄όλα, ένα ολοκληρωμένο όραμα για το περιεχόμενο και τα εκφραστικά μέσα της latin μουσικής – ένα όραμα άλλοτε μεγαλεπήβολο και εξεζητημένο κι άλλοτε μεστό προτάσεων και λειτουργικά υποδειγματικό, που σε κάθε περίπτωση, κατατάσσει τον Harlow μέσα στους salseros με ιδέες, πράξεις και προσωπικότητα αρκούντως ισχυρές ώστε να ν΄αφήσουν στίγμα σε ολόκληρο το μουσικό είδος.


Τα γεννητούρια ενός "judio” και η λατινοεβραϊκή διαπλοκή στη μεταπολεμική Νέα Υόρκη.


 Ταύτα πάντα ξεκίνησαν ληξιαρχικώς στις 20 Μαρτίου του 1939, όταν ο μικρός Lawrence Ira Kahn-Sherman, όσο πιο αμερικανο-εβραίος γίνεται στο όνομα, την καταγωγή και το οικογενειακό περιβάλλον, γεννήθηκε στο 446 Park Place του Brooklyn, σε μια γειτονιά απο εκείνες που δεν λογίζονται ούτε καλές ούτε άσχημες, μα σίγουρα συνορεύουν με άλλες κι απ΄τα δύο είδη. Παραδίπλα απ΄το Park Place υπήρχε ένα λατινοαμερικάνικο barrio κι απ΄την άλλη, μια γειτονιά μαύρων – αλλά στο Brooklyn λίγο πρίν τον Πόλεμο, αυτό το σταυροδρόμι διαμετρικά αντίθετων εθνικών ηθών φάνταζε ως αποδεκτός τόπος για να μεγαλώσει το βλαστάρι δύο τυπικών εβραίων – και δή, εβραίων μουσικών. Ο μπαμπάς του Larry, ονόματι Nathan Kahn, ήταν αυστριακός στην καταγωγή και μπασίστας στο επάγγελμα, βγάζοντας τα προς το ζην παίζοντας με κάθε είδους ορχήστρες, σε κάθε είδους μουσικές περιστάσεις, απο τη μία άκρη της Νέας Υόρκης ως την άλλη, ενώ η ρωσοεβραία μάνα του, Rosa Sherman, είχε αφιερώσει τη φωνή και τον χρόνο της στο λυρικό τραγούδι και στην όπερα. Με τέτοιο οικογενειακό υπέδαφος, ο Larry μεγάλωσε περιστοιχισμένος απο κάθε είδους μουσική, αλλά κυρίως τα συνήθη ακούσματα των περισσότερων νεοϋορκέζων της εποχής – Frank Sinatra, Dean Martin, τους λοιπούς crooners, μεγάλες ορχήστρες και μπόλικη jazz.

Στα 13 του, δέησε να πέσει κάτω απ΄τη μηλιά και γράφτηκε στο High School of Music and Art της Νέας Υόρκης, που έπεφτε λίγο μακριά, στο Manhattan. Ο Larry ήδη έπαιζε πιάνο σαν αυτοδίδακτος γόνος τέτοιων γονιών, όμως σ΄αυτό το μουσικό γυμνάσιο στρώθηκε να μελετήσει σοβαρά την τέχνη, για ν΄αποφοιτήσει απο εκεί κι αργότερα, να σπουδάσει στο Institute of Audio Research, όπου τελειοποίησε τις γνώσεις του στην σύνθεση, την ενορχήστρωση, την διεύθυνση κλασικής ορχήστρας, το κλασικό πιάνο κι ακόμα, στην ακουστική και την ηχοληψία – γνώσεις απόλυτα χρήσιμες στις μετέπειτα λαμπρές δουλειές που έκανε ως παραγωγός.

Η εφηβεία κι η πρώιμη νεότητα του Harlow συνέπεσαν με την «χρυσή εποχή της latin μουσικής» στη Νέα Υόρκη, ήτοι τα χρόνια ανάμεσα στο 1948 και το 1960. Ηταν ο καιρός που οι χορευτικές μόδες από την Κούβα (κυρίως) διαδέχονταν η μία την άλλη, το mambo βασίλευε εν αρχή, το cha cha cha πήρε τα σκήπτρα κατόπιν, η pachanga έφτασε στο τέλος του 50 κι η βραζιλιάνικη bossa nova λίγο πιο ύστερα – με άλλα λόγια, η Νέα Υόρκη κι ο κόσμος όλος χόρευαν εν πρώτοις latin και μετά όλα τ΄άλλα. Ιδίως στην αμερικανική μεγαλούπολη, υπήρχε πιά μια θάλλουσα ντόπια latin σκηνή, με τρανταχτά αστέρια όπως ο Tito Puente, o Tito Rodriguez, o Machito, o Jose Curbelo, ο Joe Cuba ή ο Joe Loco, που κάθε βράδυ έβαζαν φωτιά στα νεοϋορκέζικα κλάμπ, αλλά κυρίως στο ένα, μοναδικό και ανεπανάληπτο Palladium, το ορθά λεγόμενο «Σπίτι του Mambo». Εκεί, αυτές οι αξέχαστες ορχήστρες έδιναν τον δικό τους πόλεμο μουσικού ανταγωνισμού, ενώ οι καλύτεροι χορευτές του κόσμου όργωναν, απο κάτω, την πιό διάσημη πίστα της κατ΄εξοχήν μητρόπολης.

Ομως, όσο κι αν οι latin ρυθμοί ήταν της μόδας, οι δίσκοι πούλαγαν και οι πίστες γέμιζαν, η μεγάλη πλειονότητα των (λευκών) αμερικάνων διατηρούσε μιά περιστασιακή μόνο σχέση με το latin φαινόμενο : αγόραζαν πού και πού κάποιο δισκάκι με το τελευταίο cha cha cha της μόδας, καμμιά φορά έκαναν την περαντζάδα τους απο τα σκληροπυρηνικά latin στέκια (όπως το Palladium), αλλά βασικά, η φανατική πελατεία του είδους αποτελείτο απο τρείς νεοϋορκέζικες κοινότητες : πρώτα, όπως είναι φυσικό, τους ισπανόφωνους και κυρίως, τους πορτορικάνους που ήταν και περισσότεροι. Υστερα, τους αφρο-αμερικάνους, που όχι μόνο γούσταραν τις κουβανέζικες πολυρυθμίες, αλλά είχαν και δική τους, σπέσιαλ βραδιά στο Palladium, με τις ορχήστρες να παίζουν μόνο γι΄αυτούς. Και τέλος, όσο κι αν φανεί περίεργο, τους πολυάριθμους εβραίους της Νέας Υόρκης, που για κάποιο λόγο αγκάλιασαν τους latin ήχους απ΄την αρχή κι αποτέλεσαν ένα μεγάλο, πιστό και συνεπές σε βάθος χρόνου κοινό της καλής latin μουσικής. Οι ονομαστές latin μπάντες της Νέας Υόρκης, άλλωστε, μετακόμιζαν κάθε καλοκαίρι στα Cutskill Mountains, ένα εξοχικό θέρετρο έξω απ΄τη μεγαλούπολη, όπου καμμιά εκατοστή ξενοδοχεία στη σειρά ανήκαν σε Εβραίους επιχειρηματίες, γέμιζαν απο Εβραίους παραθεριστές και φιλοξενούσαν, κάθε χρόνο, τις καλύτερες latin ορχήστρες προς τέρψιν του ισραηλιτικού κοινού. Ετσι, αν κι εκ πρώτης όψεως η ενασχόληση ενός αμερικανοεβραίου μουσικού με τη λατινοαμερικάνικη μούσα φαντάζει εκκεντρική, βλέπουμε τώρα πώς στη Νέα Υόρκη, οι δύο πολιτισμοί αν μη τί άλλο, χόρευαν μαζί.

Ο Larry, όμως, είχε άλλα σχέδια : jazz, jazz, jazz, αυτό ήταν όλο που ήθελε να παίξει, ακόμα κι όταν, περνώντας από το Spanish Harlem καθ΄οδόν προς το σχολείο του, άκουγε τους latin ήχους να ξεχύνονται απο σπίτια, κουρεία, μπάρ και μαγαζιά και μάλιστα, άρχισε να κάνει κέφι μερικά κομμάτια όπως το “Abaniquito” του Jose Curbelo και το “Ay Castellano” του Tito Puente. Ωστόσο, οι jazz ανησυχίες του άρχισαν να δείχνουν αδιέξοδες, καθώς στην δεκαετία του 50 στη Νέα Υόρκη ο ανταγωνισμός, το μουσικό επίπεδο αλλά και το στύλ ζωής των μουσικών της jazz καθιστούσαν απο δύσκολη έως απαγορευτική την είσοδο στον κύκλο νεαρών σαν τον Harlow που, επιπλέον, ήταν λευκοί και δεν έπαιρναν ναρκωτικά. Ο Larry βολόδερνε πελαγωμένος, όπως, στο κάτω κάτω, όλοι οι πιτσιρικάδες σε παρόμοιες ηλικίες, αλλά της jazz μη ούσης λύσης, μπήκε σ΄ένα γκρουπάκι της γειτονιάς, το οποίο έπαιζε τη μουσική της μόδας, τουτέστιν mambo και ξερό ψωμί. Μόλις έπαιξε για πρώτη φορά μαζί τους, η αντίδραση των άλλων υπήρξε ομόθυμη : «Φίλε, δεν ξέρεις τί σου γίνεται απο αυτούς τους ρυθμούς και παίζεις εντελώς χάλια». Ο Larry, πληγωμένος καθότι κλασικός πιανίστας, πήγε κι αγόρασε ένα μάτσο δισκάκια του Noro Morales και του Xavier Cugat, στρώθηκε, μελέτησε το ακομπανιαμέντο και τα σόλα νότα προς νότα, επέστρεψε στο γκρούπ κι οι λοιποί, τότε πιά, του έβγαλαν το καπέλο. Τώρα, μάλιστα!

“Cuba Linda” : για κοίτα πως αλλάζει μιά ζωή σ΄ένα ταξίδι!


Ωστόσο, η σχέση του μετέπειτα πρωταγωνιστή με τη μουσική που θα τον έκανε διάσημο, ήταν ακόμα περιφερειακή – ώσπου ο νεαρός Harlow, μια μέρα του 1956, αποφάσισε να κάνει ένα ταξιδάκι αναψυχής που έμελλε να του κάνει τη ζωή αλλιώτικη, μιά και καλή. Εφτιαξε μια βαλίτσα και πήγε στην Κούβα. Κι εκεί τα είδε όλα – και όλους. Τον Benny Moré, την Orquesta Aragon, το αυθεντικό Septeto Nacional, εν ολίγοις τους μύθους της κουβανέζικης μουσικής σε πλήρη φόρμα και ουρανομήκη δημοτικότητα, σε μια τροπική πόλη απ΄όπου οι νότες κι οι ρυθμοί ανάβλυζαν σαν τρεχούμενο νερό και μούσκευαν κάθε έκφανση της καθημερινής ζωής του κόσμου. Ο πιτσιρικάς Αμερικανοεβραίος έμεινε να κοιτάει και ν΄ακούει σαν χαζός, ύστερα τα’ βαλε κάτω με τον εαυτό του, τα βρήκε, τα μάζεψε και γύρισε στη Νέα Υόρκη για να τελειώσει το σχολείο και την άλλη χρονιά, επέστρεψε στην Αβάνα – αυτή τη φορά για να μείνει. Γράφτηκε στο πανεπιστήμιο της πόλης και παράλληλα, ρουφούσε αχόρταγα ήχους κι εμπειρίες, απ΄τα οποία σύντομα διάλεξε ένα μουσικό στύλ που ασκούσε μαγνητική επιρροή πάνω του : το περίφημο son montuno, ένα υποείδος του κλασικού son με αργό, «βαρύ» αφρο-κουβανέζικο τέμπο και μεγάλη έμφαση στον αυτοσχεδιασμό, έτσι όπως παιζόταν απο τα conjuntos, δηλαδή γκρουπ που αποτελούνταν απο congas, bongos, μπάσο, tres, πιάνο, δύο τρομπέτες και σχεδόν αποκλειστικά μαύρους μουσικούς. Πνευματικός πατέρας του son montuno ήταν, βέβαια, ένας απο τους σπουδαιότερους νεωτεριστές της κουβανέζικης μουσικής, ο μυθικός τυφλός κιθαρίστας Arsenio Rodriguez, ο οποίος έγινε πνευματικός πατέρας της υπό διαμόρφωσης καλλιτεχνικής περσόνας του Larry Harlow, έστω και εν αγνοία του.

Ο Larry έμεινε στην Αβάνα ως τις 28 Δεκεμβρίου του 1958 και μπήκε στο αεροπλάνο της επιστροφής μαζί με τους τελευταίους Αμερικανούς πολίτες που εγκατέλειπαν όπως όπως το νησί ενόσω οι μουσάτοι του Fidel Castro προήλαυναν σχεδόν τροχάδην προς την κουβανέζικη πρωτεύουσα. Ομως, ο Harlow που γύρισε ηλιοκαμμένος στο Brooklyn δεν είχε πιά καμμία σχέση με τον πιτσιρίκο που είχε πρωτοφύγει για την Κούβα προς άγραν ζέστης, χαβαλέ και ποδόγυρου με ολίγη mambo. Εστησε αμέσως ένα γκρούπ και βάλθηκε να μεταφέρει στην αμερικανική μεγαλούπολη όσα έμαθε κι όσα άκουσε τόσο καιρό στη λατινοαμερικανική μεγαλόνησο. Στο πρωτόλειο εκείνο αυτόνομο εγχείρημα του, ο Harlow στρατολόγησε βασικά τοπικούς μουσικούς χωρίς σπουδαίο όνομα, ανάμεικτα λατίνους, μαύρους, ακόμα και Εβραίους σαν αυτόν, προκειμένου να ερμηνεύσουν ένα ρεπερτόριο που πάταγε εξ ολοκλήρου στα παλιότερα κουβανέζικα στάνταρ και σε κομμάτια του Tito Puente και του Tito Rodriguez. Τίποτα το πρωτότυπο, αρκετό όμως για να εξασφαλίζει όλο και περισσότερη δουλειά στο συγκρότημα τριγύρω στη Νέα Υόρκη και το καλοκαιράκι, σταθερά στα Catskill Mountains όπου η εύπορη εβραϊκή παραθεριστική κοινότητα χάζευε μ΄έκπληξη το πατριωτάκι που είχε διαλέξει τέτοιο αναπάντεχο επάγγελμα – και μάλιστα, το έκανε καλά.

Σιγά σιγά, το όνομα του Larry Harlow άρχισε να κυκλοφορεί στα μουσικά στέκια της πόλης και το κοινό των κλάμπ να προσέχει τη μπάντα του, που επιμένοντας ευλαβικά στο son montuno και τον απαρέγκλιτα κουβανέζικο ήχο, όχι μόνο διαφοροποιούσε εαυτόν απο τη ρέστη νεοϋορκέζικη σκηνή αλλά επανατοποθετούσε σε δοκιμασμένη βάση το αέναο ζητούμενο της λατινοαμερικάνικης χορευτικής μουσικής : το “sabor” – αυτή την πικάντικη, ζωογόνα ρυθμική και μελωδική αίσθηση που περιβάλλει τον σκληρό πυρήνα του latin και οδηγεί το σώμα στον χορό και την ψυχή στην ευδαιμονία.

Ο Lawrence Khan απέθανε – ζήτω ο Larry Harlow!


Γύρω στο 1962, ο Harlow αποφάσισε να επεκτείνει το γκρούπ του και να το μετατρέψει σε μια μικρή, πλήρως επαγγελματική ορχήστρα, βάζοντας μαζί δύο τρομπόνια και μια τρομπέτα (αργότερα δύο – κι αυτή είναι μια απο τις πρώτες καταγραφές του συγκεκριμένου οργανικού συνδυασμού, αργότερα κεντρικού στον κυρίως ειπείν salsa ήχο), συν την πρόσληψη ενός αληθινού Κουβανού τραγουδιστή, ονόματι Felo Brito, που ήταν μεν αληθινός Κουβανός αλλά κατά βάση χορευτής (για χρόνια με την charanga του Jose Fajardo), ο οποίος, όμως, τα έβγαζε πέρα και με το τραγούδι. Κάπου τότε, λοιπόν, μπορούμε να πούμε πως ξεκινάει επίσημα η Orchestra Harlow, όπως έμελλε να γράψει ιστορία, που ακόμα τότε πάσχιζε να βγεί απ΄την ανωνυμία των εκατοντάδων latin γκρούπ που διαγκωνίζονταν για μια θέση στη δισκογραφία κι απο εκεί και πέρα, στην Α΄εθνική της νεοϋορκέζικης σκηνής. Ο Harlow κατάφερε κι έβγαλε ένα πρώτο άλμπουμ, εντελώς ξεχασμένο σήμερα, που του εξασφάλισε μερικά νυχτοκάματα παραπάνω με κάπως καλύτερα λεφτά, αλλά το χαλί προς το σουξέ στρώθηκε μπροστά του τη νύχτα του 1965 που στο κλάμπ του αφίχθη να πιεί ένα ποτό ο Jerry Masucci, ιδιοκτήτης της ολοκαίνουριας δισκογραφικής εταιρείας Fania κι ο άνθρωπος που μερικά χρόνια αργότερα θα συνεισέφερε καίρια στην κατακόρυφη άνοδο, μα και στην ηχηρή πτώση της salsa ανά τον πλανήτη.

Τότε, πάντως, ο Masucci δεν ήταν παρά ένας νεαρός, άσημος ιταλο-αμερικάνος δικηγόρος με έφεση στις μπίζνες κι ειλικρινή αγάπη για τη λατινοαμερικάνικη μουσική, όστις είχε ιδρύσει την εταιρία ένα χρόνο πρίν και προς το παρόν, ο μοναδικός καλλιτέχνης που είχε υπογράψει συμβόλαιο σ΄αυτήν ήταν ο συνέταιρος του, Johnny Pacheco. Ο Masucci, αείποτε αετός στο ξετρύπωμα ταλέντων, είδε κι άκουσε ενδιαφέρουσες προοπτικές στην Orchestra Harlow κι ευθύς, πρότεινε στον 26χρονο Larry να ενταχθεί στο δυναμικό της νεοσύστατης εταιρείας, πράγμα που ο πιανίστας έπραξε ασμένως, για να βγάλει τον πρώτο «επίσημο» δίσκο του το 1965, με τίτλο “Heavy Smokin’”, στα πλαίσια της δίγλωσσης πρακτικής που η latin σκηνή της Νέας Υόρκης συχνά μεταχειριζόταν στη διάρκεια της δεκαετίας εκείνης. Καθώς η μουσική που αργότερα θα ονομαζόταν “salsa” (ένας όρος που, ουσιαστικά, επέβαλλε η Fania) βρισκόταν ακόμα στα σπάργανα και τα μέσα των 60ς έβρισκαν τη Νέα Υόρκη σ΄ένα σταυροδρόμι ανάμεσα στον παλιότερο ήχο του mambo και της charanga και τα υβριδικά πειράματα του boogaloo, της latin soul και κάθε δυνατής μείξης λατινοαμερικάνικης και μαύρης αμερικάνικης μουσικής (μην ξεχνάμε πως το Harlem και το Spanish Harlem ήταν το ένα προέκταση του άλλου), ο Harlow έψαχνε τον δικό του χώρο στη νέα αγορά.

 Αντιλαμβανόμενος πως ο Brito παραήταν μέτριος τραγουδιστής για τα μουσικά του σχέδια, τον αντικατέστησε με τον Monguito “El Unico”, έναν πραγματικά καλό Κουβανό sonero, με τον οποίο έγραψε το δεύτερο άλμπουμ του “Gettin’ Off / Bajandote”. Ωστόσο, ένα ζήτημα έχαινε ακόμα ανοιχτό στην υπόθεση Harlow : η μπάντα του εξακολουθούσε ν΄ακούγεται υπερβολικά κουβανέζικη, σε μια πόλη που οι μνήμες της Κούβας, κλειστής πιά στον έξω κόσμο λόγω επιλογής του Castro αλλά και του αμερικανικού εμπάργκο, ξεθώριαζαν γρήγορα, ενώ η περιρρέουσα ατμόσφαιρα των ταραγμένων 60ς καθόριζε μια νέα γενιά λατίνων γεννημένων στη Νέα Υόρκη, εξ ορισμού φτωχών, γκετοποιημένων κι οργισμένων, για τους οποίους ο παλιός κουβανέζικος ήχος και η τεχνητή αναπαραγωγή του αρώματος των τροπικών δεν ξυπνούσαν, πιά, τίποτα – ούτε καν νοσταλγία. Με αυτή την γενιά, που στήριξε και κατανάλωσε την salsa λίγο αργότερα, ο Harlow δεν διέθετε καμμιά γέφυρα επικοινωνίας και κανένα σημείο πρόσβασης...ώσπου γνώρισε έναν αμούστακο πιτσιρίκο δεκαπέντε χρονών ονόματι Ismael Miranda.

 Όταν ο Larry συνάντησε τον Ismael (ήτοι, τα ετερώνυμα έλκονται –απο τα σουξέ)


O Miranda, γεννημένος στην Aguada του Πουέρτο Ρίκο και μεγαλωμένος στη Νέα Υόρκη απο μια πάμφτωχη οικογένεια, τραγουδούσε απο μια σταλιά σε οικογενειακές γιορτές κι ακόμα, στις rumbas που οι λατίνοι έστηναν καταμεσής των δρόμων του γκέτο. Στα δεκαπέντε του, ο Ismael έκανε δουλειές του ποδαριού και έπαιζε με μικρότερου ή μεγαλύτερου βεληνεκούς μπάντες, ανάμεσα τους κι εκείνη του Andy Harlow, σαξοφωνίστα, βιμπραφωνίστα και μικρού αδελφού του Larry. Τυπικό παράγωγο του νεοϋορκέζικου barrio, ο Miranda μιλούσε spanglish (ανάκατα αγγλικά και ισπανικά), έπαιζε ξύλο με τις μικροσυμμορίες του μαχαλά και μεγάλωνε ανάμεσα στη μιζέρια και τη μουσική, όπως όλα τα πορτορικανάκια της γενιάς του, όμως ακριβώς αυτά τα βιώματα του περιθωρίου της μεγαλούπολης τον διαφοροποιούσαν απο φτασμένους τραγουδιστές μιας άλλης κουλτούρας, όπως ο Monguito : ο Ismael ήταν γέννημα θρέμμα του περιβάλλοντος που γέννησε κι έθρεψε την salsa, εξέφραζε τον εαυτό του και τον τσιμεντένιο περίγυρο του αντί για το ειδυλλιακό όνειρο του κοκοφοίνικα στο ηλιοβασίλεμμα κι ο τρόπος που ντυνόταν, μιλούσε, τραγουδούσε και, κυρίως, έγραφε τραγούδια αντικατόπτριζαν αλάνθαστα όλη αυτή την συμπυκνωμένη, πρωτίστως αστική, εμπειρία. Κατά μία έννοια, ο Ismael Miranda ήταν το εισιτήριο του Larry Harlow απο τον καυτό ήλιο της Κούβας στην χιλιομπαλωμένη άσφαλτο της κυρίως ειπείν salsa.

Αν και η ορχήστρα του Harlow πήγαινε όλο και καλύτερα, κι είχε πιά χτίσει ένα γερό όνομα στη μουσική σκηνή και την δισκογραφία, ο πιανίστας στριφογύριζε στο μυαλό του την ιδέα να στείλει απο εκεί που ήρθε τον Monguito (που ήταν και δύσκολος χαρακτήρας), ενώ ο Miranda, τόσο μικρός που ζωγράφιζε ένα μουστάκι πάνω απ΄το χείλι του με ένα μολύβι ματιών για να μπαίνει στα κλάμπ που τραγουδούσε, του φαινόταν μια περίπτωση απολύτως εξελίξιμη. Ετσι, άρχισε να τον «δανείζεται» όλο και πιο συχνά απο την μπάντα του αδελφού του, βάζοντας τον να κάνει coro και δασκαλεύοντας τον να μαθαίνει παρατηρώντας τον τρόπο που τραγουδούσε ο έμπειρος Monguito, καθώς και το παίξιμο του στις maracas. Ο Miranda αποστήθιζε ευλαβικά τα μαθήματα και, όταν τελικά ο Κουβανός πήρε πόδι απο την ορχήστρα, έγινε βασικός τραγουδιστής. Ο πρώτος δίσκος του Harlow που εμφανίζεται το όνομα του Ismael Miranda είναι το (σχετικά μέτριο) “El Exigente” (1967), όπου ο μικρός λέει τέσσερα τραγούδια salsa (τα υπόλοιπα ήταν boogaloo), όμως η αληθινή του είσοδος στο μουσικό στερέωμα πρέπει να τοποθετηθεί την επόμενη χρονιά, με το άλμπουμ που διθυραμβικά διακήρυττε στον τίτλο του “Orchestra Harlow presenta a Ismael Miranda” («η Orchestra Harlow παρουσιάζει τον Ismael Miranda»).

Αυτή ήταν η αρχή μιας ιδιαίτερα καρποφόρας συνεργασίας και για τους δύο, που, στα πέντε χρόνια που κράτησε, έκανε αμφότερους μεγάλους σταρ κι επιπλέον, έγραψε μερικές απ΄τις ιστορικότερες σελίδες της salsa μουσικής. Αν και ο Harlow έχει πεί πώς ο Miranda ήταν, στην αρχή, εντελώς αδούλευτος σαν τραγουδιστής, δεν ήξερε απο μουσική κι ο ίδιος τον κάθισε κάτω, του έπαιζε κουβανέζικους δίσκους και του έμαθε ό,τι χρειαζόταν για να μπεί στη δουλειά, οφείλουμε να πούμε πώς ο Ismael είχε τέτοιο πηγαίο ταλέντο και προσωπικότητα ώστε να στιγματίσει απ΄την πρώτη στιγμή τη μουσική του Harlow στην οποία συμμετείχε. Τραγουδώντας πάντα σε πολύ ψηλές νότες, δίνοντας μεγάλη σημασία στην έκφραση των λέξεων παρά στο παιχνίδι με τη μελωδία και ντύνοντας τη φωνή του με την σχεδόν άκαμπτη, «ξύλινη» χροιά που χαρακτηρίζει τους πορτορικάνους τραγουδιστές μετά το ‘50 (και την καθοριστική επιρροή του Ismael Rivera) και προσδίδει μεγάλη συγκινησιακή κι εκφραστική δύναμη μέσα στον ήχο της μεγάλης ορχήστρας, ο Miranda «έδεσε» δραματικά με τον παραδοσιακό (ακόμα) ήχο του Harlow, αλλάζοντας, όμως, όλο το άκουσμα που ανέδιδε η μπάντα του. Και φυσικά, ο Ismael Miranda έγραφε δικά του τραγούδια, στέρεα, στιβαρά, αυτοτελή τραγούδια του δρόμου και του barrio, πάνω στα οποία ο Larry Harlow έστησε το καινούριο ρεπερτόριο της μπάντας του, εξ ημισείας με τα παλιά κουβανέζικα που, όλα κι όλα, ο πιανίστας δεν σκόπευε να απεμπολήσει απο το πρόγραμμα. Τέλος, να πούμε πως ο Miranda διέθετε και σπέσιαλ προσωπικό χάρισμα : ήταν ομορφόπαιδο, ήξερε να χειριστεί το κοινό, άρεσε στις γυναίκες και γενικά, έγινε αμέσως αποδεκτός απο τον κόσμο – στο φινάλε, ήταν ένα παιδί του barrio. Ηταν ένας από αυτούς, κάτι που ποτέ δεν υπήρξε ο Monguito και, εδώ που τα λέμε, ούτε ο ίδιος ο Harlow.

«Ανοίξτε Δρόμο!» : η Orchestra Harlow στο τιμόνι της salsa.


Συνολικά, το ντουέτο Harlow – Miranda ηχογράφησε έξι άλμπουμς στο διάστημα μεταξύ 1967 – 1972, όλα (λίγο λιγότερο ή λίγο περισσότερο) σημαντικά και άκρως επιτυχημένα απο εμπορικής απόψεως. Αν πρόκειται να σταθούμε στα δύο γνωστότερα εξ αυτών, ανασύρουμε απ΄το μουσικό μνημονικό κατ΄αρχήν το “Abran Paso” του 1970, του οποίου το εξώφυλλο μας δίνει μια ιδέα για την δημοφιλία που απολάμβανε πιά ο τραγουδιστής : κάτω απο τον τίτλο του άλμπουμ διαβάζουμε “Ismael Miranda con Orchestra Harlow”. Πρώτο όνομα, λοιπόν, ο Ismael, που είχε γράψει και τα περισσότερα κομμάτια του δίσκου. Στο “Abran Paso”, αρχής γενομένης απο το πρώτο κομμάτι του δίσκου, το ομώνυμο και πλέον κλασικό, γίνεται εμφανές πώς η ορχήστρα του Harlow έχει πια ενσωματωθεί στην πρώτη γραμμή των latin τεκταινομένων της Νέας Υόρκης, σε μια εποχή που ονόματα όπως ο Willie Colon, o Ray Barretto και ο Eddie Palmieri ανέμιζαν τα λάβαρα της μουσικής επανάστασης της salsa, με τον Harlow αντί να παρελθοντολογεί απλώς (όπως μέχρι λίγα χρόνια πρίν), να καταθέτει μια σαφή, πλην εναλλακτική πρόταση προς το αστικό ακροατήριο : αυτή της φυσικής κι αδιάλειπτης συνέχειας απο το son προς τη salsa, με τα μουσικά εργαλεία του πρώτου, αλλά την αισθητική και τη θεματική της δεύτερης.

«Κλειδί» σε αυτή την μετάβαση ήταν, ξανά, ο Miranda, που αποδείχθηκε ικανός να συνθέσει με αξιοπρόσεκτη μαεστρία υποδειγματικά son (π.χ. τα θαυμάσια “Donde Llevas El Son” και “Abandonada Fue”), αλλά και ανθολογικά salsa κομμάτια που γρήγοραν πήραν θέση στη μουσική μυθολογία του barrio, όπως το “Abran Paso” :

Abran paso, caballero abre me paso
Que yo vengo preparado
A todo el que nesecite hoy yo le voy a ayudar


Ανοίξτε δρόμο, φίλε κάνε πιο κεί
Ερχομαι έτοιμος κι όποιον έχει ανάγκη
Εγώ σήμερα θα βοηθήσω....


...τραγουδούσε ο Ismael, σ΄ένα κομμάτι που καταπιανόταν με ένα τυπικό θέμα της λαϊκής κουλτούρας του barrio : τον κόσμο των botánicas και των ιδιοκτητών τους, δηλαδή των μικροσκοπικών μαγαζιών που πουλούσαν ξόρκια, ματζούνια, βότανα και παραφερνάλια του πνευματισμού και της Santeria, που εκείνα τα χρόνια έβριθαν στο Spanish Harlem. Για αυτό ακριβώς το “Abran Paso” έγινε ένα απο τα πρώτα μεγάλα χιτς της salsa : γιατί απευθυνόταν ευθέως στον κόσμο του γκέτο (κι όχι μόνο του νεοϋορκέζικου γκέτο – κάθε λατινοαμερικάνικη μεγαλούπολη έχει τα δικά της γκέτο) και του μιλούσε για μια σκηνή οικεία, εν τέλει για μια εμπειρία ούτε ειδυλλιακή, ούτε εξωτική : απλώς, απτή και πραγματική. Ακόμα, στον ίδιο δίσκο βρίσκουμε δείγματα μιας πιο «φιλοσοφικής» προσέγγισης στον συναισθηματικό κόσμο και στην ανθρώπινη φύση, που θα αποτελούσε ένα απο τα βασικά στιχουργικά στοιχεία της κλασικής salsa, όπως στο αξέχαστο “Dolor y Amor” («Αγάπη, τί σημαίνει αγάπη; Αγάπη είναι η εμμονή του ν΄αγαπάς ακόμα και χωρίς αντίκρυσμα...»).

Αλλά αν ως τώρα αναφερθήκαμε πολύ στον Ismael Miranda, μια και το “Abran Paso” είναι ο δίσκος της Orchestra Harlow που περισσότερο έντονα φέρει το στίγμα του (μαζί με το μεταγενέστερο "Oportunidad"), δεν πρέπει να διαλάθει της προσοχής μας πως το αφεντικό κάθε δίσκου με τ΄όνομα του απ΄έξω ήταν πάντα ο Larry Harlow. Κι αν αναφερθήκαμε στη συνθετική και τραγουδιστή συνεισφορά του Miranda, οφείλουμε να κρατήσουμε κατά νού πώς ο ήχος, το ύφος, το concept κι η άποψη του όλου εγχειρήματος φέρνει την υπογραφή του πιανίστα – κάθε άλλο παρά τυχαίο είναι το γεγονός πως το στύλ της μουσικής του Harlow δεν άλλαζε ανάλογα με τον τραγουδιστή της μπάντας του, μα σύμφωνα με την δική του, προσωπική εξέλιξη ως συνθέτη, ενορχηστρωτή και δημιουργού. Την εποχή του “Abran Paso” η οργανική σύνθεση της Orchestra Harlow είχε αποκρυσταλλωθεί σε ένα διευρυμένο conjunto που περιελάμβανε δύο τρομπέτες και δύο τρομπόνια, με καθένα απο τα δύο είδη πνευστών να εκπροσωπεί μια διακριτή μουσική κουλτούρα (η τρομπέτα την Κούβα, το τρομπόνι το πορτορικάνικο γκέτο της Νέας Υόρκης).

 Ρυθμικά, είναι σαφές πως η μουσική του Larry Harlow έγερνε μονόπαντα προς την κουβανέζικη παράδοση : εδώ δεν υπήρχαν οι πορτορικάνικες bombas και τα ψήγματα samba που ο Willie Colon ανακάτευε στους δίσκους του, ούτε τα funk εμβόλιμα του Barretto, ούτε καν οι jazz αναφορές του Palmieri. Ομως το son του Harlow δέν ήταν, σε καμμία περίπτωση, μια απλή αναπαραγωγή της κουβανέζικης μουσικής (όπως, π.χ., έκανε σε μεγάλο βαθμό ο Johnny Pacheco). Οι ενορχηστρώσεις του, απλές μα ευφυείς, ηχούσαν εξ ίσου φρέσκες και μοντέρνες μ΄εκείνες των ανταγωνιστών του, ακριβώς επειδή ο Larry αντιλαμβανόταν την διαχρονική (ή μάλλον, α-χρονική) αξία των κλασικών αφρο-κουβανέζικων ιδιωμάτων : με γερές συνθέσεις, σύγχρονη χρήση της αρμονίας, δουλεμένη ορχήστρα, καλούς αυτοσχεδιαστές κι έναν τραγουδιστή κομμένο και ραμμένο στις ανάγκες του σήμερα, αυτή η μουσική θα ήταν πάντα επίκαιρη και, κυρίως, λειτουργική.

Οσο για το παίξιμο του ίδιου του Larry Harlow στο πιάνο, στο “Abran Paso” οι επιρροές του είναι εξώφθαλμες : ο Lilí Martinez, παλιός πιανίστας του Arsenio Rodriguez, και φυσικά ο ίδιος ο Arsenio, που παρ΄ότι έπαιζε tres και όχι πιάνο, το αμίμητο σολιστικό του στύλ επηρρέασε πάρα πολλούς πιανίστες, μεταξύ αυτών και τον Harlow. Εξαιρετικά δείγματα της πιανιστικής προσωπικότητας του Εβραίου μουσικού συνιστούν τα σόλο του στα son montuno “Donde llevas el son” και “Abandonada fue”, κρίνοντας απο τα οποία μπορούμε ασφαλώς να πούμε ότι ο Harlow χειριζόταν, πιά, δεινά την κουβανέζικη πιανιστική φρασεολογία και, χωρίς περιττές επιδείξεις δεξιοτεχνίας, κατάφερνε να γεφυρώσει περίφημα τον κόσμο των παλιών επιρροών του με τη νεοϋορκέζικη latin αβαν γκάρντ.

“Arsenio” : Ενας φόρος τιμής στην ιστορία, που πέρασε στην ιστορία.

Ο επόμενος δίσκος της Orchestra Harlow ήταν προσωπική υπόθεση του Larry απο περισσότερες της μιας απόψεις. Οχι μόνο στο εξώφυλλο το όνομα της ορχήστρας πρωταγωνιστούσε, περιορίζοντας τη μνημόνευση του Miranda στο οπισθόφυλλο, αλλά το ίδιο το θέμα του άλμπουμ αποτελούσε την εκπλήρωση ενός ιστορικού χρέους του πιανίστα προς τον μουσικό του ήρωα : λίγους μόνο μήνες μετά τον θάνατο του Arsenio Rodriguez το 1971 στην Καλιφόρνια, η Orchestra Harlow κυκλοφόρησε το “Tribute to Arsenio Rodriguez”, που έμελλε να γίνει ένας απο τους δίσκους αναφοράς της salsa του πρώτου μισού των 70ς. Σε αυτό το όλως ενδιαφέρον άλμπουμ, που στην εποχή του έκανε μπόλικη αίσθηση, ο Harlow απέτισε φόρο τιμής στον άρτι θανόντα μεγάλο μαέστρο, ο οποίος να σημειωθεί πως απεβίωσε σχετικά φτωχός κι οπωσδήποτε ξεχασμένος απο το ευρύ ισπανόφωνο κοινό, με την επανεκτέλεση τεσσάρων κομματιών του και την προσθήκη δύο τραγουδιών που γράφτηκαν επί τη ευκαιρία στη Νέα Υόρκη. Αν και ο «κράχτης» του δίσκου υπήρξε το κομμάτι “Arsenio”, σύνθεση των Harlow και Miranda, και κλασικό δείγμα της salsa τραγουδοποιίας της εποχής του, το «ψητό» αναμφίβολα εντοπίζεται στον τρόπο με τον οποίο ο Harlow επέλεξε να χειριστεί τα κομμάτια του Arsenio “Tumba y Bongo”, “No Me Llores” και “El Terror” : άπαντα γραμμένα στην δεκαετίες του 40 και του 50, στο έντονα αφρο-κουβανικό στύλ που τόσο μαεστρικά έγραφε ο μακαρίτης, στην α λα Harlow εκδοχή μεταμορφώνονται σε βασανιστικά αργά montunos επικών διαστάσεων, μετωπικώς κόντρα στην τάση για ρυθμική ταχύτητα της salsa εκείνων των ημερών, με την μπάντα να ανταπεξέρχεται θαυμάσια στο δυσκολότατο έργο του να παίξει
χορευτική μουσική σε ΤΟΣΟ αργό τέμπο με υποδειγματική ζωντάνια και ρυθμικό παλμό.

Στα επιπλέον συν της ηχογράφησης, η ευπρόσδεκτη συμμετοχή του Πορτορικανού βιρτουόζου Yomo Toro στο tres, τα εκπληκτικά coros των βετεράνων Marcelino Guerra, Yayo el Indio και Justo Betancourt, η ολοένα πιο φανερή ερμηνευτική ωριμότητα του Ismael Miranda και τέλος, η εξαιρετική δουλειά του ίδιου του Harlow στο πιάνο, όστις σε κομμάτια όπως το “No Me Llores” παραδίδει σολιστικά μαθήματα υψηλών αξιώσεων. Ωστόσο, η σημασία του “Tribute to Arsenio Rodriguez” έγκειται και σε κάτι επιπλέον : με αυτό το άλμπουμ ο Larry Harlow επανέφερε στην ιστορική μνήμη (και στους νεώτερους γνώρισε απ΄την αρχή) τη μουσική του Arsenio Rodriguez ως αρχετυπική πηγή έμπνευσης, ίσως και εκκίνησης, της salsa – με άλλα λόγια, ο Harlow έδειξε με το δάχτυλο τις ρίζες της μουσικής τους και τούτο όχι κουνώντας το ίδιο δάχτυλο διδακτικά, αλλά χρησιμοποιώντας το στο κλαβιέ του πιάνου για να παράξει μουσική με αναντίρρητη χάρη και ομορφιά, ιστορικό βάθος και, όπως αποδείχθηκε, μπόλικο μέλλον εισέτι μπροστά της.

Εκτοτε, οι επανεκτελέσεις κομματιών του Arsenio έγιναν κοινός τόπος στο salsa ρεπερτόριο, ενώ ο ρυθμικός τύπος του αργού, πυκνού son montuno άρχισε να εμφανίζεται πολύ συχνότερα στις latin ηχογραφήσεις της Νέας Υόρκης. Ως εκείνη τη χρονική στιγμή, το “Tribute to Arsenio Rodriguez” ήταν ο πιο σημαντικός και συγχρόνως, ο πιο εμπορικός δίσκος της Orchestra Harlow.


Επόμενη σελίδα

Πρόσφατα άρθρα
1. CHEO FELICIANO
διαβάστε το...


Γίνετε μέλος σήμερα!

Τελευταίες προσθήκες
1. Η Ιστορία της Μουσικής στην Κούβα, μέρος 1ο : από την Αποικία ως το Son.
διαβάστε το...
2. Στίχοι τραγουδιού : "COMO LA QUERIA" (Raul Marrero)
διαβάστε το...
3. Η latin εκπομπή επιστρέφει στον Kosmos 93.6!
διαβάστε το...
4. Carlos "Patato" Valdes, 1926-2007 : στη μνήμη ενός μεγάλου
διαβάστε το...
5. "Η Salsa ορχήστρα πρέπει να φτάνει τη μουσική σε οργασμικό επίπεδο" (JIMMY DELGADO)
διαβάστε το...
6. "Λοιπόν, Ας Μιλήσουμε Γιά Μουσική" : ένα άρθρο του Gabriel Garcia Marquez.
διαβάστε το...
7. Το CD player του latinmusic.gr : Καλοκαίρι 2007.
διαβάστε το...
8. "Αυλαία" γιά τον τραγουδιστή Tito Gomez.
διαβάστε το...
9. Λάτιν ιστορίες : Η ζωή εν barrio δια στόματος Frankie Vazquez.
διαβάστε το...
10. Στίχοι τραγουδιού : "AHORA ME DA PENA" (Henry Fiol)
διαβάστε το...
Νέες Κυκλοφορίες
Διάφοροι καλλιτέχνες - "BACHATA ROJA"
Αναλυτικά
SON DE TIKIZIA - "PA' LOS PIES"
Αναλυτικά
GILBERTO "PULPO" COLON - "HOT BREAD"
Αναλυτικά
MARC ANTHONY - "El Cantante"
Αναλυτικά
PIBO MARQUEZ & DESCARGA CRIOLLA - "Homenaje A Los Reyes De La Salsa"
Αναλυτικά
Το CD του μήνα
CD of the month
παρουσίαση

Latin chat now!

Φιλικά sites

world music
sofrito
rithmolatino
latin hellas
America Latina

Design & development Lollypop |::| © 2006 Basilio Stamatiou + Latin music & Latin culture
GR EN